Γιατί όταν συζητάμε για πολιτικά ή άλλα θέματα η μεροληψία, ο φανατισμός και η μονομέρεια είναι ο κανόνας, ενώ η μετριοπάθεια και η καλοπροαίρετη στάση απέναντι στον συνομιλητή μας αποτελούν σχεδόν πάντα την εξαίρεση;
Με άρθρο του στην εφημερίδα Καθημερινή (Γάζα, μεροληψία και ορθολογική κριτική, 19-5-2024), ο Χαρίδημος Τσούκας περιγράφει εύστοχα το φαινόμενο ως πρόβλημα:
«Στη φιλελεύθερη δημοκρατία είναι απολύτως εύλογο να εκφράζονται διαφορετικές απόψεις. Στο παίγνιο της έλλογης πειθούς, η δημόσια σφαίρα ενδυναμώνεται όταν οι συμμετέχοντες ακολουθούν κανόνες ορθολογικής κριτικής: αναζητούν γεγονότα· αντιπαραθέτουν τα γεγονότα με τις απόψεις τους· αποφεύγουν λογικές πλάνες· διαλέγονται με την αντίθετη άποψη στην καλύτερή της εκδοχή («η αρχή της επιείκειας»). Στο μέτρο που τα κάνουν αυτά, το πιθανότερο είναι ότι θα προσθέσουν αποχρώσεις στις απόψεις τους. Η ποιότητα του προβληματισμού ανεβαίνει.
Ας γίνω πιο συγκεκριμένος. Θα το θέσω όσο πιο ουδέτερα μπορώ: Οι παγκόσμιες φοιτητικές διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης του Ισραήλ για τις καταστροφικές συνέπειες των πολεμικών επιχειρήσεων του ισραηλινού στρατού στη Γάζα συχνά επικρίνονται ή χλευάζονται από φιλοϊσραηλινούς αρθρογράφους. Μερικές επικρίσεις είναι άξιες συζητήσεως. (…)
Άλλες επικρίσεις είναι μεροληπτικές. Αν μας ενδιαφέρει η προαγωγή της ορθολογικής σκέψης, η μεροληψία –μια μορφή γνωσιακού σφάλματος– πρέπει να εντοπίζεται προκειμένου να περιορίζεται. Έτσι μειώνουμε τα σφάλματα και, συνεπώς, προσεγγίζουμε την αλήθεια. «Ο ορθολογισμός», γράφει ο Καρλ Πόπερ, «είναι μια στάση ετοιμότητας να ακούς κριτικά επιχειρήματα και να μαθαίνεις από την εμπειρία».»
Οι ανακαλύψεις της οργονομίας μπορούν να ρίξουν, για πρώτη φορά, φως στα αίτια τέτοιου είδους πολιτικής μεροληψίας. Αρχικά, παρατηρούμε ότι κατά κανόνα οι άνθρωποι με προοδευτικές απόψεις έχουν την τάση να ταυτίζονται και να υποστηρίζουν την πλευρά των Παλαιστινίων, ενώ οι περισσότερο συντηρητικοί πιο εύκολα υιοθετούν τις απόψεις του Ισραήλ. Ο στατικός, συνήθως άκαμπτος και μονόπλευρος τρόπος του ενήλικου ατόμου να αντιλαμβάνεται τα κοινωνικά προβλήματα και την πολιτική κατάσταση, δηλαδή ο κοινωνικοπολιτικός προσανατολισμός του, αποτελεί, σύμφωνα με την οργονομική προσέγγιση, τον «κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα» του. Η διαμόρφωση και το είδος του κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα που θα αναπτυχθεί σε κάθε άνθρωπο εξαρτάται από τρείς κυρίως παράγοντες: από το κοινωνικό περιβάλλον και την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, από τις προσωπικές του εμπειρίες και από τα ψυχικά τραύματα και τις ματαιώσεις της νηπιακής ηλικίας του. Για παράδειγμα, η διαμόρφωση ενός ακραία προοδευτικού χαρακτήρα μπορεί να θεμελιώνεται σε μια βαθύτερη και μη συνειδητοποιμένη αντιδραστική εξέγερση προς τον πατέρα. Σε έναν συντηρητικό χαρακτήρα, αντιθέτως, και σε ένα βαθύτερο επίπεδο, είναι πολύ πιθανό να διαπιστώσουμε πως ψυχικά ταυτίζεται με τον πατέρα του και ταυτοχρόνως εμφορείται από μια ανταγωνιστική διάθεση προς εκείνον. Τα δύο αυτά παραδείγματα, τα οποία δεν είναι θεωρητικά κατασκευάσματα αλλά επιβεβαιώνονται στην κλινική πράξη, αποκαλύπτουν τη δυναμική του τρίτου παράγοντα στη διαμόρφωση του κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα. Συνεπώς είναι λάθος να πιστεύουμε ότι τα κίνητρα των ανθρώπων σε μια πολιτική διαφωνία είναι κατά κανόνα μόνο ορθολογικά. Αντιθέτως, συχνά είναι ανορθολογικά και προέρχονται από την άκαμπτη δομή του χαρακτήρα τους, όπως αυτή εδραιώθηκε στα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
Ο Έλσγουορθ Μπέικερ στο βιβλίο του Man in the Trap (Παγιδευμένος Άνθρωπος), έκανε σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση της διάγνωσης και του θεραπευτικού χειρισμού της κοινωνικοπολιτικής πτυχής των χαρακτήρων. Για τον Μπέικερ, ο πιο υγιής τύπος, με την πιο αδιατάραχτη αντίληψη της πραγματικότητας, είναι εκείνος που έχει πολιτικά κεντρώα και μετριοπαθή, διαλακτική στάση. Οι πιο θωρακισμένοι και κοινωνικά καταστροφικοί χαρακτήρες έχουν στρεβλή και άκαμπτη κοινωνικοπολιτική αντίληψη, εκδηλώνουν ακραίες πολιτικές απόψεις και υιοθετούν ευκολότερα είτε ακροδεξιές είτε ακροαριστερές πρακτικές. Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι, όπως συχνά επιβεβαιώνεται και από την κλινική εμπειρία, οι άνθρωποι αυτοί πολύ δύσκολα ανταποκρίνονται στη θεραπεία και ο κοινωνικοπολιτικός τους χαρακτήρας σχετικά γρήγορα γίνεται σοβαρό και αξεπέραστο εμπόδιο στην ανάλυση του χαρακτήρα τους.
Θεωρούμε, επομένως, ότι η πρόσφατη αύξηση της εκπροσώπησης των ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων στο ευρωκοινοβούλιο, αλλά και η μεγάλη αποχή των εκλογέων σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να διερευνηθεί και από το πρίσμα της οργονομίας. Πιο συγκεκριμένα θα ήταν χρήσιμο να αναζητηθούν, εκτός των άλλων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών, και οι ψυχικοί παράμετροι που ευνοούν τη διαμόρφωση ακραία συντηρητικών χαρακτήρων. Πιστεύουμε ότι η γνώση αυτή θα μας προσέφερε περισσότερα εργαλεία για την ανάσχεση και αντιμετώπιση του φαινομένου.







